ἐσύστερον

ἐσύστερον, Adv. for εἰς ὕστερον,
A hereafter, Od.12.126, Hdt.5.41 : better written divisim.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εσύστερον — ἐσύστερον (Α) (επίρρ. αντί ἐς ὕστερον) στο μέλλον, από δω και πέρα, ύστερα, κατόπιν («ἡ ἐσύστερον ἐπελθοῡσα γυνή», Ηρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. «Σύνθετο εκ συναρπαγής» από τη φράση ες ύστερον] …   Dictionary of Greek

  • ἐσύστερον — hereafter indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.